Γιώργος Μαρσέλλος

Ο Γιώργος Μαρσέλλος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 1936. Υπήρξε ένας πολυσύνθετος αθλητής, με διακρίσεις σε τρία αγωνίσματα, τα 110μ εμπόδια, το άλμα εις ύψος και το δέκαθλο.
Αναδείχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες μορφές του ελληνικού στίβου και αργότερα, διετέλεσε και πρόεδρος του ΣΕΓΑΣ.
Ως αθλητής του Πανιωνίου κατέκτησε έξη φορές το πρωτάθλημα Ελλάδος στα 110μ. εμπόδια, τρεις φορές στο ύψος και μία στο δέκαθλο.
Έχει χριστεί βαλκανιονίκης δύο φορές στα εμπόδια αλλά και χρυσός μεσογειονίκης, ενώ έχει μετάσχει δύο φορές σε Ολυμπιακούς Αγώνες, το 1960 στη Ρώμη και το 1964 στο Τόκιο, όπου μάλιστα υπήρξε σημαιοφόρος της ελληνικής αποστολής.
Πατέρας δύο παιδιών, του Μάνου, που ασχολήθηκε επίσης με τον στίβο και το άλμα εις ύψος και της Μιμής.
Ασχολήθηκε με το εμπόριο και σήμερα είναι συνταξιούχος.
Για την αφή της Φλόγας θυμάται:

«Για τη θέση του λαμπαδηδρόμου με πρότεινε ο Οτο Σίμιτσεκ και αναμφίβολα αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής μου. Στην αρχαία Ολυμπία κάναμε πολλές δοκιμές χωρίς κανένα πρόβλημα. Η Ολυμπιακή Φλόγα άναβε κανονικά από την πρωθιέρεια Αλέκα Κατσέλη, που θυμάμαι είχε εκεί μαζί της, τις δύο κόρες της, την Νόρα και την Λούκα. Τη δάδα παρέλαβε από την Κατσέλη ο βασιλιάς Κωνσταντίνος που στη συνέχεια την παρέδωσε σε εμένα για να αρχίσει η λαμπαδηδρομία.
Τι να πρωτοθυμηθώ από εκείνες τις μέρες... Ένας Ιάπωνας δημοσιογράφος με κοιτούσε όλες τις μέρες με δέος, λεγόταν Φουκουνάκα. Στο Τόκιο, στους Ολυμπιακούς Αγώνες με υποδέχθηκαν ως τον πρώτο λαμπαδηδρόμο με μεγάλες τιμές, με πήγαν στο δημαρχείο της πόλης, με ξενάγησαν στις παγόδες, παρέα με τον Γιοσινόρι Σάκαι, που ήταν ο τελευταίος λαμπαδηδρόμος, ο άνθρωπος που άναψε το βωμό στο Ολυμπιακό στάδιο. Ο τίτλος μου, ως πρώτος λαμπαδηδρόμος, είχε τόσο μεγάλη απήχηση στους Ιάπωνες, που για αρκετά χρόνια λάμβανα γράμματα στην ιαπωνική γλώσσα από φιλάθλους. Επίσης δεν είναι δυνατόν να ξεχάσω εκείνες τις μέρες καθόσον μία μέρα μετά την παράδοση της Ολυμπιακής Φλόγας στο Παναθηναϊκό Στάδιο, γεννήθηκε ο γιος μου, στις 23 Αυγούστου 1964. Μάλιστα την προηγούμενη μέρα, στην τελετή παράδοσης είχε βρεθεί και η γυναίκα μου».